Το Παράδοξο του Δανεισμού
Ένας τραπεζικός λογαριασμός παρέχει πρόσβαση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Όμως, δεν παρέχει αυτόματα και πρόσβαση σε πίστωση. Ο δανειστής μπορεί να μην διαθέτει όλες τις απαραίτητες και επίκαιρες πληροφορίες ώστε να αξιολογήσει δίκαια έναν πελάτη.
Στη Snappi, ο σκοπός μας είναι να καλύψουμε αυτό το κενό στην πληροφόρηση: να κάνουμε πιο ορατούς τους αξιόχρεους πελάτες χωρίς να θέτουμε σε κίνδυνο την οικονομική τους δυνατότητα αποπληρωμής ή την ορθή διαχείριση κινδύνου. Όλοι αξίζουν μια δίκαιη ευκαιρία να αποδείξουν την πιστοληπτική τους ικανότητα. Όμως η πιστοληπτική ικανότητα φέρει και ευθύνη: η πίστωση πρέπει να είναι οικονομικά βιώσιμη και ο δανειολήπτης πρόθυμος να αποπληρώσει το χρέος του.
1. Η Πρόκληση: οι χρηματοοικονομικές ζωές άλλαξαν ταχύτερα από τα πιστωτικά αρχεία
Σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, το 88,6% των ενηλίκων στην Ελλάδα διέθετε τραπεζικό λογαριασμό το 2024. Πρόκειται για σημαντική πρόοδο, αλλά η κατοχή λογαριασμού δεν ισοδυναμεί με πρόσβαση σε πίστωση. Ένας λογαριασμός συνδέει κάποιον με το χρηματοπιστωτικό σύστημα, δεν αποκαλύπτει όμως απαραίτητα αν το εισόδημά του είναι σταθερό, αν μπορεί να αντέξει μια δόση ή πόσο πιθανό είναι να αποπληρώσει ένα δάνειο.
Η υπεύθυνη πρόσβαση σε προσιτή πίστωση είναι σημαντική. Βοηθά τα νοικοκυριά να αντιμετωπίζουν προσωρινές δυσκολίες και να επενδύουν στο μέλλον τους. Παρέχει στους βιώσιμους επιχειρηματίες το κεφάλαιο για να αναπτυχθούν, να αυξήσουν την παραγωγικότητα τους και να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας.
Το πρόβλημα είναι ότι η κοινωνία έχει αλλάξει γρηγορότερα από πολλά μοντέλα πιστοδότησης.
Τα παραδοσιακά μοντέλα συνεχίζουν να βασίζονται στην εικόνα ενός «τυπικού» δανειολήπτη: μία χώρα, ένας εργοδότης, ένας μηνιαίος μισθός και μία κύρια τράπεζα. Αυτός ο τύπος δανειολήπτη εξακολουθεί να παραμένει σημαντικός, όμως αυτή η εικόνα δεν αντιπροσωπεύει πλέον τους πάντες.
Σήμερα:
- Το εισόδημα μπορεί πλέον να προέρχεται από μισθωτή εργασία, από ελεύθερο επάγγελμα, από μια μικρή επιχείρηση, από ενοίκια ή ψηφιακές πλατφόρμες – και μπορεί να εισρέει σε ακανόνιστα χρονικά διαστήματα ή μέσω πολλαπλών λογαριασμών. Το 2025, οι αυτοαπασχολούμενοι αντιπροσώπευαν το 24,8% της απασχόλησης στην Ελλάδα, σε σύγκριση με το 14,2% για ολόκληρη την ΕΕ. Αυτό δεν τους καθιστά εγγενώς πιο επικίνδυνους, απλώς καθιστά τις παραδοχές που βασίζονται αποκλειστικά στην ύπαρξη μηνιαίου μισθού λιγότερο κατάλληλες για ένα ασυνήθιστα μεγάλο τμήμα του ελληνικού εργατικού δυναμικού.
- Η οικογενειακή ζωή και η καριέρα έχουν αποκτήσει πιο διεθνή χαρακτήρα. Οι άνθρωποι σπουδάζουν σε μια χώρα, δουλεύουν σε άλλη, παντρεύονται με άτομο από άλλη εθνικότητα και αργότερα επιστρέφουν στην πατρίδα τους. Μπορεί να διαθέτουν εισόδημα, δεξιότητες και περιουσιακά στοιχεία, αλλά να έχουν ελάχιστο ιστορικό δανεισμού στην εγχώρια αγορά. Αυτοί οι άνθρωποι συχνά αναφέρονται ως πελάτες με «περιορισμένο πιστωτικό ιστορικό».
- Οι χρηματοοικονομικές σχέσεις έχουν γίνει πιο κατακερματισμένες. Οι πελάτες χρησιμοποιούν πολλαπλούς τραπεζικούς λογαριασμούς, κάρτες πληρωμών και ψηφιακά πορτοφόλια, ενίοτε σε διαφορετικούς παρόχους και δικαιοδοσίες. Ως εκ τούτου, ένας μεμονωμένος δανειστής μπορεί να έχει εικόνα μόνο για ένα τμήμα της χρηματοοικονομικής ζωής του πελάτη.
Ένας υποψήφιος δανειολήπτης με «περιορισμένο πιστωτικό ιστορικό» δεν είναι απαραίτητα χαμηλής πιστοληπτικής ικανότητας, χαμηλού εισοδήματος ή υψηλού κινδύνου. Απλά ο δανειστής διαθέτει πολύ λίγες πληροφορίες για να καταλήξει σε μια ασφαλή απόφαση. Το πρόβλημα μπορεί να μην είναι ο υψηλός κίνδυνος. Μπορεί να είναι η περιορισμένη πρόσβαση στις απαιτούμενες πληροφορίες.
2. Γιατί έχει σημασία αυτό το κενό πληροφόρησης: οι ελλιπείς πληροφορίες μπορεί να οδηγήσουν σε αποκλεισμό η σε ακατάλληλους όρους χρηματοδότησης
Όταν τα πιστωτικά μοντέλα βασίζονται κυρίως στη συμβατική απασχόληση και στο ιστορικό δανεισμού, οι άγνωστες ή ελλιπείς πληροφορίες ενδέχεται να ερμηνευθούν ως υψηλότερος κίνδυνος. Στην περίπτωση αυτή ο πελάτης μπορεί να αντιμετωπίσει δύο συνέπειες: την απόρριψη, ή μια προσφορά με υψηλότερο επιτόκιο, χαμηλότερο όριο ή πιο περιοριστικούς όρους απ’ ότι δικαιολογεί ο πραγματικός κίνδυνος.
Αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα μόνο για τους δανειολήπτες με χαμηλό εισόδημα. Εγώ η ίδια είμαι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Έχω μια αποδεδειγμένη διεθνή καριέρα στα χρηματοοικονομικά και διδακτορικό, όμως όταν μετακόμισα στην Ελλάδα για να αναλάβω τη θέση μου, διαπίστωσα ότι είχα ελάχιστες δυνατότητες δανεισμού – ακόμα και σήμερα, 2 χρόνια μετά, δεν έχω καταχωρημένο ιστορικό δανεισμού στην Ελλάδα στο σύστημα «Τειρεσίας». Πολλοί άνθρωποι που σπούδασαν ή δούλεψαν στο εξωτερικό και αργότερα επέστρεψαν στην Ελλάδα αντιμετωπίζουν το ίδιο ζήτημα.
Τα μοντέλα που επιβραβεύουν το μακροχρόνιο ιστορικό αποπληρωμών ευνοούν τους ανθρώπους που έχουν ήδη πρόσβαση σε πίστωση. Εκείνοι που δεν έχουν τέτοιο ιστορικό ενδέχεται να απορριφθούν ή να επιβαρυνθούν με υψηλότερα επιτόκια. Ωστόσο, χωρίς πρόσβαση δεν μπορούν να δημιουργήσουν το ιστορικό που απαιτεί το μοντέλο. Ο διαρθρωτικός αποκλεισμός επομένως μπορεί να προκύψει χωρίς πρόθεση διάκρισης αλλά ως αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί το σύστημα. Πρόκειται για μια κλασσική κατάσταση «Catch-22» (Φαύλος κύκλος).
Η έκταση αυτού του κενού πληροφοριών είναι δύσκολο να ποσοτικοποιηθεί. Το Κεντρικό Πιστωτικό Μητρώο της Τράπεζας της Ελλάδος αποτελεί ένα σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση της παροχής ευρύτερων και πιο διαφανών πιστωτικών πληροφοριών. Όμως, δεν υπάρχει καμία αξιόπιστη δημόσια στατιστική που να δείχνει πόσοι Έλληνες αιτούντες διαθέτουν το απαιτούμενο, από τα συμβατικά μοντέλα δανειοδότησης, βάθος θετικού πιστωτικού ιστορικού – ή πόσοι απορρίπτονται συγκεκριμένα λόγω του περιορισμένου πιστωτικού ιστορικού τους.
Η απαραίτητη προϋπόθεση: η συμπερίληψη δεν πρέπει να σημαίνει ακατάλληλη χορήγηση δανείων
Ο οικονομικός αποκλεισμός δεν πρόκειται για ένα πρόβλημα με μία μόνο λύση. Ορισμένοι ενδιαφερόμενοι δεν μπορούν να αναλάβουν με ασφάλεια επιπλέον δανεισμό. Άλλοι διαθέτουν μεν επαρκή ικανότητα αποπληρωμής, αλλά είναι δύσκολο να αξιολογηθούν, καθώς τα συμβατικά δεδομένα αποκαλύπτουν μόνο ένα μέρος της οικονομικής τους κατάστασης. Η αντιμετώπιση αυτών των ομάδων με τον ίδιο τρόπο οδηγεί σε δύο λάθη: τη χορήγηση δανείων σε περιπτώσεις όπου το χρέος είναι μη βιώσιμο, και την απόρριψη βιώσιμων δανειοληπτών απλώς επειδή η ικανότητά τους δεν είναι επαρκώς ορατή.
Αυτή η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία στην Ελλάδα. Το 2025, το 27,5% του πληθυσμού διέτρεχε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, ενώ το 14,9% βίωνε υλική και κοινωνική στέρηση. Το 2025, περισσότεροι από τους μισούς Έλληνες δεν μπορούσαν να ανταπεξέλθουν σε ένα απροσδόκητο έξοδο (όπως απροσδόκητα ιατρικά έξοδα), σε σύγκριση με το 29,2% σε ολόκληρη την ΕΕ. Η πρόσβαση σε υπεύθυνη και προσιτή πίστωση έχει σημασία. Η ευρύτερη πρόσβαση δεν πρέπει ποτέ να σημαίνει την επιβάρυνση των οικονομικά ευάλωτων νοικοκυριών με περισσότερο χρέος. Η πιστοληπτική ικανότητα πρέπει να παραμείνει ένα ανεξάρτητο και αδιαπραγμάτευτο κριτήριο, όσο εξελιγμένο κι αν γίνει το μοντέλο.
Η Ελλάδα φέρει επίσης τη μνήμη της εσφαλμένης αποτίμησης του πιστωτικού κινδύνου. Μετά από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες που ακολούθησαν την κρίση, το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων στον τραπεζικό τομέα μειώθηκε στο 3,3% στα τέλη του 2025 – το χαμηλότερο επίπεδό του από την ένταξη της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ – αν και σημαντικό μέρος του ιδιωτικού χρέους παραμένει εκτός των ισολογισμών των τραπεζών. Αυτή η πρόοδος, που επιτεύχθηκε με κόπο, πρέπει να προστατευθεί.
Η αύξηση της διάθεσης για ανάληψη κινδύνου δεν είναι η απάντηση. Η απάντηση βρίσκεται στην καλύτερη διαχείριση του κινδύνου: την διάκριση μεταξύ πιστοληπτικής ικανότητας, εκτιμώμενης ικανότητας αποπληρωμής, απάτης και ανεπαρκών πληροφοριών. Η υπεύθυνη χρηματοοικονομική συμπερίληψη σημαίνει τη λήψη πιο ορθών ‘ναι’, ‘όχι’ και ‘όχι ακόμα’ αποφάσεων – την απόρριψη λιγότερων καλών δανειοληπτών για τους λάθος λόγους, αλλά και την έγκριση λιγότερων μη βιώσιμων δανείων, στο όνομα της διεύρυνσης της πρόσβασης στην πίστωση.
3. Πως λύνουμε αυτό το πρόβλημα στη Snappi: καλύτερη πληροφόρηση, καλύτερη κρίση
Στη Snappi, αυτή είναι η πρόκληση που έχουμε αναλάβει: να διευρύνουμε την υπεύθυνη πρόσβαση σε πίστωση για πελάτες τους οποίους τα παραδοσιακά μοντέλα δυσκολεύονται να αξιολογήσουν.
Τα τελευταία χρόνια, η ομάδα διοίκησης της εταιρείας κι εγώ επιστρέφουμε στα ίδια ερωτήματα. «Ποιες πληροφορίες είναι πραγματικά σχετικές; Πως μπορούν οι πελάτες να τις κοινοποιούν νόμιμα και με ασφάλεια; Τι όφελος θα πρέπει να λαμβάνουν σε αντάλλαγμα; Πως αξιολογούμε την πιστοληπτική ικανότητα, προβλέπουμε την αποπληρωμή και αποτρέπουμε την απάτη χωρίς να δημιουργούμε περιττά εμπόδια για τους πραγματικούς ενδιαφερόμενους;»
Μέσα στην τελευταία δεκαετία, νέες νομοθεσίες και τεχνολογικές εξελίξεις έχουν δώσει τη δυνατότητα στις τράπεζες να απαντήσουν αυτές τις ερωτήσεις με πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια. Μαζί, επιτρέπουν στους δανειστές να κατανοούν τους πελάτες τους καλύτερα, να λαμβάνουν πιο τεκμηριωμένες αποφάσεις και να τους εξυπηρετούν πιο αποτελεσματικά.
Γιατί μπορούμε να έχουμε διαφορετική προσέγγιση απέναντι στους πελάτες; Τι άλλαξε;
Α. Το smartphone έχει εξελιχθεί σε ένα κέντρο ελέγχου των οικονομικών συναλλαγών
Και η υπολογιστική ισχύς έχει σημασία, αλλά η πιο σημαντική αλλαγή είναι το τί αποκαλύπτουν οι συσκευές μας για την οικονομική μας ζωή. Πληρωμές μισθοδοσίας, λογαριασμοί ηλεκτρικού ρεύματος, αγορές σουπερμάρκετ, συνδρομές και μεταφορές δημιουργούν μια εξελισσόμενη εικόνα ταμειακών ροών. Με τη συγκατάθεση του χρήστη, αυτά τα δεδομένα μπορούν να δείξουν την κανονικότητα του εισοδήματος, τις βασικές δαπάνες, τις επαναλαμβανόμενες υποχρεώσεις, τα διαθέσιμα αποθεματικά ασφαλείας και την ανάκαμψη μετά από έναν δύσκολο μήνα. Για κάποιον με ακανόνιστο εισόδημα, δώδεκα μήνες πραγματικών ταμειακών ροών μπορεί να προσφέρουν περισσότερες πληροφορίες από ένα εκκαθαριστικό μισθοδοσίας.
Αυτή η δύναμη απαιτεί μέτρο. Τα δεδομένα θα πρέπει να συλλέγονται για συγκεκριμένο σκοπό, να προστατεύονται προσεκτικά και να μην αντιμετωπίζονται ποτέ ως αυτόματη κρίση. Χρησιμοποιούμενη υπεύθυνα, η συσκευή στο χέρι μας μπορεί να βοηθήσει στην αντικατάσταση των υποθέσεων με αποδεικτικά στοιχεία και να κάνει τους πελάτες που ήταν έως τώρα αόρατοι πιο κατανοητούς.
Β. Το Open banking επιτρέπει στους πελάτες να φέρουν τα αποδεικτικά στοιχεία μαζί τους
Η PSD2 είναι το ευρωπαϊκό πλαίσιο που κατέστησε το open banking δυνατό. Με απλά λόγια, επιτρέπει σε έναν πελάτη να δώσει εντολή σε μία τράπεζα να κοινοποιήσει με ασφάλεια επιλεγμένες πληροφορίες του λογαριασμού πληρωμών του σε έναν άλλο εποπτευόμενο πάροχο. Η κοινοποίηση δεν είναι αυτόματη: απαιτείται συγκεκριμένη άδεια, η πρόσβαση περιορίζεται στον συμφωνημένο σκοπό και ο πελάτης δεν μοιράζεται τους κωδικούς πρόσβασης της τράπεζάς του.
Η PSD3 και ο συνοδευτικός κανονισμός για τις υπηρεσίες πληρωμών αποσκοπούν στο να εξασφαλίσουν τη συνεπέστερη λειτουργία αυτού του πλαισίου σε ολόκληρη την Ευρώπη, ενισχύοντας παράλληλα την πρόληψη της απάτης, την ασφάλεια των δεδομένων και την προστασία των καταναλωτών.
Στον τομέα χορήγησης δανείων, τα δεδομένα συναλλαγών για τα οποία έχει δώσει εξουσιοδότηση ο χρήστης μπορούν να συμπληρώνουν τα στοιχεία της Τειρεσίας και τα αρχεία της τράπεζας του. Μπορούν να αποκαλύψουν το μοτίβο και την σταθερότητα του εισοδήματος, τις βασικές δαπάνες, τις επαναλαμβανόμενες υποχρεώσεις, τα αποθέματα ρευστότητας και περιόδους οικονομικής πίεσης. Δεν αντικαθιστούν τους ελέγχους πιστοληπτικής ικανότητας ή την πιστωτική κρίση. Τους καθιστούν πιο επίκαιρους και πλήρεις.
Γ. Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να αποκαλύψει μοτίβα – αλλά δεν μπορεί να απαλλάξει από την ευθύνη
Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να συγκεντρώσει χιλιάδες συναλλαγές και να τις μετατρέψει σε κατανοητούς δείκτες. Μπορεί να βοηθήσει στη διάκριση της εποχιακής μεταβλητότητας από τη μόνιμη οικονομική αδυναμία, να μετρήσει τα αποθέματα ρευστότητας και να εντοπίσει ασυνήθιστα μοτίβα που ενδέχεται να υποδηλώνουν απάτη. Σκοπός της δεν είναι να αντικαταστήσει την ανθρώπινη κρίση, αλλά να προσφέρει στους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων μια σαφέστερη εικόνα.
Το 2025, η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών ανέφερε ότι το 92% των τραπεζών της ΕΕ χρησιμοποιούσε Τεχνητή Νοημοσύνη, ενώ το υπόλοιπο 8% βρισκόταν σε πιλοτική φάση ή συζητούσε σχετικές εφαρμογές. Η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας συγκαταλεγόταν μεταξύ των περιπτώσεων χρήσης που παρατηρήθηκαν. Αυτό δείχνει πόσο διαδεδομένη έχει γίνει η Τεχνητή Νοημοσύνη στον τραπεζικό τομέα, αλλά δεν σημαίνει όμως ότι κάθε τράπεζα χρησιμοποιεί Τεχνητή Νοημοσύνη για την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας.
Τα στοιχεία από το διεθνές περιβάλλον είναι ενθαρρυντικά, αλλά δεν μπορούν να μεταφερθούν αυτούσια στην Ελλάδα. Μια μελέτη του 2026, που υποβλήθηκε σε επιστημονική εξέταση, σχετικά με μια μεγάλη πλατφόρμα fintech των ΗΠΑ, διαπίστωσε ότι η αξιολόγηση κινδύνου με βάση εναλλακτικά δεδομένα ενέκρινε το 15% έως 30% των ενδιαφερομένων με χαμηλή πιστοληπτική βαθμολογία, τους οποίους τα παραδοσιακά μοντέλα θα είχαν απορρίψει. Τα μεγαλύτερα οφέλη παρατηρήθηκαν μεταξύ των «αόρατων φερέγγυων»: πελάτες που τα παραδοσιακά στοιχεία τους φαίνονταν αδύναμα ή αποκάλυπταν ελάχιστα στοιχεία, παρά τον χαμηλό πραγματικό κίνδυνο αθέτησης.
Για την Snappi, αυτό δεν αποτελεί εκτίμηση. Πρόκειται για μια υπόθεση που μένει να επαληθευτεί. Τα εισοδηματικά μοτίβα, η συμπεριφορά των πελατών, τα διαθέσιμα δεδομένα και οι οικονομικές συνθήκες στην Ελλάδα είναι διαφορετικές. Τα μοντέλα μας πρέπει να αναπτύσσονται και να επικυρώνονται σύμφωνα με τα σχετικά τοπικά στοιχεία, να παρακολουθούνται συνεχώς και να υπόκεινται σε ανεξάρτητους ελέγχους πιστοληπτικής ικανότητας και καταπολέμησης της απάτης.
Ο νόμος της ΕΕ για την Τεχνητή Νοημοσύνη (EU AI Act) κατατάσσει γενικά την Τεχνητή Νοημοσύνη που χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας ή της πιστωτικής βαθμολογίας φυσικών προσώπων ως υψηλού κινδύνου, με την επιφύλαξη των όρων και των εξαιρέσεων που προβλέπει. Σύμφωνα με την Digital Omnibus on AI του Ιουλίου 2026, αυτές οι υποχρεώσεις υψηλού κινδύνου για αυτόνομα συστήματα ισχύουν από τις 2 Δεκεμβρίου 2027. Στην Snappi, η υπεύθυνη Τεχνητή Νοημοσύνη σημαίνει ιχνηλασιμότητα δεδομένων, διακυβέρνηση λειτουργιών, ανεξάρτητη επικύρωση, παρακολούθηση αποκλίσεων και αποτελεσμάτων, κωδικούς αιτιολόγησης και ουσιαστική ανθρώπινη εποπτεία. Οι κατευθυντήριες γραμμές της ΕΑΤ σχετικά με τη χορήγηση και την παρακολούθηση δανείων παραμένουν το θεμέλιο της προληπτικής εποπτείας και της προστασίας των καταναλωτών. Η Τεχνητή Νοημοσύνη θα πρέπει να βελτιώνει την κρίση, όχι να την θολώνει.
Δ. Η απάτη δεν εμφανίζεται πλέον ως μία ύποπτη συναλλαγή
Στη Snappi, μαζί με τους συνεργάτες μας, αναπτύσσουμε δυνατότητες ανίχνευσης απάτης που ξεπερνούν κατά πολύ τους παραδοσιακούς κανόνες. Τα προκαθορισμένα όρια και οι ειδοποιήσεις για αποτυχημένες προσπάθειες σύνδεσης εξακολουθούν να είναι χρήσιμα, αλλά οι απατεώνες αλλάζουν όλο και πιο συχνά συσκευές, διαπιστευτήρια, τοποθεσίες και ταυτότητες για να τα παρακάμψουν.
Τα σύγχρονα συστήματα μπορούν να αναλύουν εκατοντάδες σήματα σχεδόν σε πραγματικό χρόνο: αν μια συσκευή συνδέεται με ύποπτη δραστηριότητα, αν μια ταυτότητα είναι συνδεδεμένη με πολλούς λογαριασμούς, αν μια τοποθεσία δεν συνάδει με τη συνηθισμένη συμπεριφορά του πελάτη ή αν μια συνεδρία φαίνεται να περιλαμβάνει bot, εξομοιωτή ή κρυφό δίκτυο. Η ανάλυση της συμπεριφοράς μπορεί επίσης να εξετάσει τον τρόπο με τον οποίο κάποιος πληκτρολογεί, χειρίζεται ένα τηλέφωνο ή περιηγείται σε μια εφαρμογή, βοηθώντας έτσι στον εντοπισμό περιπτώσεων όπου τα έγκυρα διαπιστευτήρια ενδέχεται να ελέγχονται από κάποιον τρίτο.
Η LexisNexis αναφέρει ότι το Δίκτυο Ψηφιακής Ταυτότητας (Digital Identity Network) της επεξεργάζεται περίπου τρία δισεκατομμύρια συναλλαγές κάθε μήνα και αναγνωρίζει περίπου 1,4 δισεκατομμύρια ψηφιακές ταυτότητες. Αυτό μπορεί να αποκαλύψει συνδέσεις που μια μεμονωμένη τράπεζα δεν θα μπορούσε να εντοπίσει μόνη της: συνθετικές ταυτότητες, δίκτυα λογαριασμών «money-mule», επιστρέφοντες απατεώνες που χρησιμοποιούν τροποποιημένα διαπιστευτήρια, παραβιάσεις λογαριασμών και περιπτώσεις όπου ένας γνήσιος πελάτης ενδέχεται να παρασυρθεί ώστε να εγκρίνει μια πληρωμή που αποτελεί απάτη.
Στόχος μας δεν είναι απλά να περιορίσουμε περαιτέρω τη δραστηριότητα. Είναι να εντοπίζουμε τους κινδύνους με μεγαλύτερη ακρίβεια, να παρεμβαίνουμε όταν είναι απαραίτητο και να μειώνουμε τις περιττές δυσκολίες για τους γνήσιους πελάτες.
Η προσέγγιση μας στον δανεισμό: Ανάπτυξη – Δοκιμή – Επέκταση
Στη Snappi, έχουμε υιοθετήσει μια απλή αρχή: να μαθαίνουμε πιο γρήγορα από ό,τι χορηγούμε δάνεια. Το πρώτο μας σύστημα βασιζόταν κυρίως σε πληροφορίες από παραδοσιακά πιστωτικά γραφεία, αλλά η αρχική μας εμπειρία μας έδειξε ότι οι στατικές βαθμολογίες και οι άκαμπτοι κανόνες δεν αρκούν. Η αυστηροποίηση των κανόνων μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο, αλλά μπορεί επίσης να αποκλείσει πάρα πολλούς ανθρώπους. Η συναλλακτική δραστηριότητα, τα εκτεταμένα δεδομένα, η επαφή με τους πελάτες και η ωριμότητα της σχέσης μπορούν να προσφέρουν μια πιο επίκαιρη εικόνα. Οι άκαμπτοι κανόνες συμβάλλουν αρχικά στον περιορισμό του κινδύνου, αλλά μπορούν επίσης να οδηγήσουν σε υπερβολικά χαμηλά ποσοστά εγκρίσεων. Τα συμπεριφορικά στοιχεία προσφέρουν έναν τρόπο αποκατάστασης της ισορροπίας μεταξύ συνετής πιστωτικής ανάπτυξης και προστασίας.
1. Ανάπτυξη: να σχηματίσουμε μια καλύτερη εικόνα για τους πελάτες μας
Συνδυάζουμε πληροφορίες από την Τειρεσίας με επαληθευμένα στοιχεία εισοδήματος από το Gov.gr, τη συναλλακτική δραστηριότητα στη Snappi, ένα σύντομο ερωτηματολόγιο πελατών και, σταδιακά, δεδομένα από την PSD2/Open Banking. Ο σκοπός δεν είναι απλά να συλλέξουμε όσο το δυνατόν περισσότερα δεδομένα. Είναι να απαντηθούν τρία ξεχωριστά ερωτήματα: Είναι ο πελάτης πράγματι αυτός που δηλώνει; Έχει την οικονομική δυνατότητα να ανταπεξέλθει στο δάνειο; Είναι πιθανό να το αποπληρώσει;
Κάθε ένα αποτελεί ξεχωριστό κριτήριο. Μια υψηλή πιστωτική βαθμολογία δεν μπορεί να αντισταθμίσει την αδυναμία αποπληρωμής ενός δανείου ή ένα σοβαρό ζήτημα απάτης.
2. Δοκιμή: ξεκινάμε με μικρά βήματα και μαθαίνουμε από τη συμπεριφορά
Ξεκινάμε με χαμηλότερα όρια και παρατηρούμε την πραγματική συμπεριφορά: αν οι πελάτες αποπληρώνουν εγκαίρως, διατηρούν επαρκές cash flow και συνεργάζονται υπεύθυνα με την τράπεζα. Η εμπειρία μας δείχνει ότι οι επαναλαμβανόμενοι δανειολήπτες έχουν καλύτερη απόδοση και ότι η έγκαιρη και σαφής επικοινωνία με τον δανειολήπτη συμβάλλει στην ομαλή εξυπηρέτηση του δανείου. Η αλληλεπίδραση με τον πελάτη δεν είναι απλώς εργαλείο marketing, μπορεί να προσφέρει ουσιαστικά στοιχεία για τη χρηματοοικονομική συμπεριφορά. Κάθε αποπληρωμή δανείου διδάσκει στο μοντέλο κάτι καινούργιο. Η χορήγηση δανείων γίνεται έτσι μια συνεχής διαδικασία μάθησης, και όχι μια εφάπαξ κρίση που λαμβάνεται κατά την υποβολή της αίτησης.
Επίσης, αξιολογούμε τα μοντέλα μας ως προς την ακρίβεια, τη σταθερότητα, τη δίκαιη αντιμετώπιση του πελάτη και τυχόν ακούσιες συνέπειες. Τα νέα δεδομένα ή μοντέλα πρέπει να αποδεικνύουν την αξία τους πριν εφαρμοστούν σε ευρύτερη κλίμακα. Αυτό απαιτεί συνεχή βελτίωση και όχι ένα σύστημα αξιολόγησης που παραμένει αμετάβλητο στο χρόνο: οι κανόνες πρέπει να εξελίσσονται με βάση τα νέα δεδομένα.
3. Επέκταση: επιβράβευση αποδεικτικών στοιχείων και υπεύθυνης συμπεριφοράς
Ένα «φτωχό» πιστωτικό ιστορικό δεν πρέπει να οδηγεί αυτόματα σε μόνιμη απόρριψη, πρέπει να ορίζει το σημείο εκκίνησης. Οι πελάτες που επιδεικνύουν αξιόπιστη αποπληρωμή, οικονομική πειθαρχία και σταθερή και υπεύθυνη χρήση των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών μπορούν σταδιακά να αποκτήσουν πρόσβαση σε υψηλότερα όρια και ευρύτερη γκάμα προϊόντων. Η διαθέσιμη χρηματοδότηση μπορεί επίσης να μειωθεί εάν η οικονομική ικανότητα αποπληρωμής εξασθενήσει ή ο κίνδυνος αυξηθεί. Η εμπιστοσύνη χτίζεται σταδιακά: ξεκινάμε με μικρά ποσά, παρατηρούμε την υπεύθυνη και συνεπή συμπεριφορά και επεκτείνουμε την πρόσβαση μόνο όταν τα διαθέσιμα στοιχεία το δικαιολογούν.
Σκοπεύουμε να παρουσιάσουμε αυτή την σταδιακή εξέλιξη μέσω υπεύθυνων πρακτικών gamification. Οι πελάτες θα πρέπει να κατανοούν πώς η έγκαιρη αποπληρωμή και η ορθή οικονομική συμπεριφορά τους βοηθούν να χτίσουν αξιοπιστία και να βελτιώσουν τη μελλοντική τους πρόσβαση σε χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και προϊόντα. Όμως η χρήση στοιχείων παιχνιδιού (gamification) θα πρέπει να επιβραβεύει την οικονομική πειθαρχία, όχι το ύψος ή τη συχνότητα του δανεισμού. Δε θέλουμε να μετατραπεί σε ένα πιο ήπιο τρόπο ενθάρρυνσης της υπερχρέωσης.
4. Το όφελος για την κοινωνία: πιο δίκαιη πρόσβαση και καλύτερα πιστωτικά αποτελέσματα
Θέλουμε το έργο μας να αφήσει την κοινωνία σε καλύτερη κατάσταση από ότι την βρήκαμε.
Το πρώτο όφελος είναι η πιο δίκαιη οικονομική συμμετοχή. Ένας ελεύθερος επαγγελματίας, ένας επαγγελματίας που επιστρέφει στην αγορά, ένας εργαζόμενος σεζόν ή ένας νέος σε ηλικία ενδιαφερόμενος δεν θα έπρεπε να αποκλείονται απλά και μόνο επειδή η οικονομική τους κατάσταση δεν μοιάζει με εκείνη ενός παραδοσιακού μισθωτού δανειολήπτη. Η καλύτερη πληροφόρηση μπορεί να μειώσει τις αδικαιολόγητες απορρίψεις και να επιτρέψει στα πιστωτικά όρια και στο κόστος δανεισμού να αντανακλούν με μεγαλύτερη ακρίβεια τον πραγματικό κίνδυνο.
Το δεύτερο είναι η προστασία από τον υπέρμετρο δανεισμό. Μια πληρέστερη εικόνα των ταμειακών ροών δεν εντοπίζει μόνο τους πελάτες στους οποίους μπορεί να χορηγηθεί πίστωση με ασφάλεια, αλλά και τις περιπτώσεις όπου ένα προτεινόμενο δάνειο δεν είναι οικονομικά βιώσιμο ή όταν η οικονομική θέση ενός πελάτη αρχίζει να αποδυναμώνεται. Η καλύτερη χρηματοοικονομική συμπερίληψη και η βελτίωση της ποιότητας του χαρτοφυλακίου μπορούν να αλληλοενισχύονται.
Το τρίτο είναι ένα πιο ανταγωνιστικό, ψηφιακό, mobile και διασυνοριακό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Τα στοιχεία που βρίσκονται υπό τον έλεγχο του πελάτη μπορούν να του επιτρέψουν να μεταφέρει την οικονομική του αξιοπιστία από τράπεζα σε τράπεζα και, τελικά, πέρα από τα σύνορα. Αυτό έχει σημασία σε μια Ευρώπη όπου οι άνθρωποι και τα κεφάλαια κυκλοφορούν ήδη ελεύθερα, αλλά τα θετικά στοιχεία σχετικά με τις χρηματοοικονομικές συναλλαγές των ιδιωτών δεν μεταφέρονται με την ίδια ευκολία.
Δημιουργία κοινής αξίας
Η τεχνολογία δεν μπορεί να τα εξασφαλίσει όλα αυτά από μόνη της. Η πρόσβαση εξαρτάται επίσης από τον σχεδιασμό των προϊόντων, την κατανομή του κινδύνου και τις δημόσιες πολιτικές. Η χορήγηση δανείων αποτελεί κοινή ευθύνη.
Οι ευθύνες, τα οφέλη, και οι κίνδυνοι μοιράζονται. Οι δανειστές πρέπει να σχεδιάζουν προσιτά προϊόντα, να εξηγούν τις αποφάσεις τους και να υποστηρίζουν τους πελάτες που αντιμετωπίζουν δυσκολίες. Οι ρυθμιστικές αρχές πρέπει να διευκολύνουν την ασφαλή ανταλλαγή δεδομένων και τον ανταγωνισμό, ενώ παράλληλα πρέπει να διασφαλίζουν την προστασία των καταναλωτών. Οι πελάτες πρέπει να παρέχουν ακριβείς πληροφορίες και να αποπληρώνουν τα δάνεια όταν είναι σε θέση να το κάνουν, με μια αξιόπιστη πορεία επιστροφής μετά από πραγματικές δυσκολίες. Η εμπιστοσύνη πρέπει να κερδίζεται και από τις δύο πλευρές.
Επίλογος
Το μέλλον της χορήγησης δανείων δεν θα πρέπει να προϋποθέτει επιλογή μεταξύ ευρύτερης πρόσβασης και διαχείρισης κινδύνου. Με καλύτερη πληροφόρηση, οι τράπεζες μπορούν να επιτύχουν και τα δύο. Τα δεδομένα ταμειακών ροών, το open banking και η υπεύθυνη Τεχνητή Νοημοσύνη μπορούν να αποκαλύψουν την πραγματικότητα που κρύβεται πίσω από ένα «φτωχό» πιστωτικό ιστορικό, βοηθώντας τους δανειστές να διακρίνουν μεταξύ πελατών που δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά ένα χρέος με ασφάλεια και εκείνων των οποίων η αξιολόγηση με τις παραδοσιακές μεθόδους είναι δύσκολη.
Ωστόσο, η τεχνολογία αποτελεί μόνο ένα μέρος της λύσης. Κάθε απόφαση πρέπει να βασίζεται στην αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας, την πρόληψη της απάτης και τη διαφάνεια. Τα μοντέλα πρέπει να δοκιμάζονται, οι πελάτες πρέπει να κατανοούν πώς χρησιμοποιούνται τα στοιχεία τους και η εμπιστοσύνη πρέπει να κερδίζεται σταδιακά. Ένας υπεύθυνος δανειστής πρέπει να είναι σε θέση να απαντήσει «ναι», «όχι» ή «όχι ακόμα», και πάντα να προτείνει μια λύση.
Για την Ελλάδα, αυτή είναι μια ευκαιρία να προστατεύσει τη βελτίωση της πιστωτικής ποιότητας που επιτεύχθηκε με κόπο, ενώ παράλληλα θα οικοδομήσει ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα που αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο ζουν και εργάζονται οι άνθρωποι σήμερα. Οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι επαγγελματίες που επιστρέφουν στη χώρα, οι νέοι και οι οικογένειες με διεθνή διασπορά δεν πρέπει να παραμένουν αόρατοι απλώς και μόνο επειδή η ζωή τους δεν ταιριάζει σε ένα παλιό πρότυπο.
Ο στόχος μας δεν είναι η διευκόλυνση της χορήγησης δανείων ή η αύξηση της διάθεσης για ανάληψη κινδύνου. Είναι η βελτίωση της διαδικασίας αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας: να μην περιοριζόμαστε μόνο στην αξιολόγηση του παρελθόντος, να κατανοούμε με σαφήνεια το παρόν και να βοηθάμε τους πελάτες με καλή πιστοληπτική ικανότητα να χτίσουν ένα πιο σταθερό οικονομικό μέλλον.
